Στήν άσφαλτο ξεμάκραιναν, στη μηχανή επάνω
ερωτευμένοι με το φως, τα γκάζια, τα λουλούδια·
η κόρη δεν θυμότανε... Τον φώναζε Τζορντάνο
και τραγουδούσαν στα βουνά, παρέα με τ' αρκούδια.
Γελώντας, έτρωγε αργά ένα κομμάτι πίτσα
με πεπερόνι, έξτρα τσήζ και φρέσκα μανιτάρια...
Ανέμελα τραβούσανε προς την Ηγουμενίτσα,
στο σάκο είχαν λίγα σνακς και μερικά δολάρια.
Ο Τζόρτζι σούζες έκανε κι αυτή τονε κρατούσε
με τό 'να χέρι στο Νταϊνέζ ή τη μακρυά του χαίτη,
λουλούδια φωτογράφιζε κι ύστερα τ' αναρτούσε,
οι μέλισσες ζουζούνιζαν Γκαετάνο Ντονιτσέτι.
Η ομορφάδα των αγρών τους είχε συνεπάρει
καθώς μυριάδες χρώματα κεντούσανε την πλάση,
της πίτσας όποιος δάγκωνε το τραγανό ζυμάρι
δεν ξέχναγε της Άνοιξης ετούτο το γιορτάσι.
Στην διαδρομή η μηχανή βρυχόταν στον αέρα·
μηκέτι είχαν κατά νου, στη θάλασσα να φτάσουν
φορούσανε τα καθρεφτέ, κοκκινωπά Καρέρα
και τ' άλογα ξεχύνονταν στο δρόμο να καλπάσουν.
Η κόρη, όμως, δεν ήξερε πώς να ισορροπήσει
και σύρθηκε στην άσφαλτο μα δίχως να χτυπήσει.
Η Ευσεβούλα έπεσε από την Καβασάκι
κι ο Τζόρτζι της προσέφερε γαλακτομπουρεκάκι.
This poem has not been translated into any other language yet.
I would like to translate this poem