Λίγο πριν αρχίσω να κατεβαίνω
Με το παιδί στο χέρι
Ήρθε η κα Δώρα με την κόρη της
«Θα κατέβει και η Χαρά μαζί σας»
Είπε και εξαφανίστηκε
Σε μια απότομη, βραχώδη στροφή
Βρέθηκα να βοηθάω και τα δυο
Τα χέρια μου κουράστηκαν
Τεντωμένα να κρατούν δυο παιδιά
Έβλεπα τους άλλους μόνους
Να κατεβαίνουν άνετοι ένα βράχο
Δύσβατο και κατακόρυφο
Βρέθηκα με τα χέρια πονεμένα
Να κρατάν στο κενό δυο παιδιά
Άρχισα να φωνάζω «Βοήθεια! »
Αλλά δεν πλησίαζε κανείς
Αν κουνιόμουν θα τσακιζόμασταν
Και οι τρεις στο άγνωστο
Όσοι κατέβαιναν δεν είχαν δύναμη
Να ανέβουν να βοηθήσουν
Πάνω στην εξάντληση της απελπισίας
Έφτασε ένας διασώστης
«Ποιο παιδί να πάρω; Ένα μπορώ! »
Του έδωσα τη Χαρά
«Η μαμά της είναι κάτω, η κα Δώρα είπα»
Χαλάρωσε το ένα χέρι
Αλλά η παράλυση του φόβου
Με είχε καθηλώσει
Συνέχισα να φωνάζω «Βοηθεια! »
Μα κανείς δεν ερχόταν
Άρχισα να δίνω οδηγίες στο γιό μου
Μέχρι που κατάφερε να πατήσει γερά
Η ανακούφιση μυρμήγκιασε όλο το κορμί
Αγκαλιασμένοι πια κοιτάμε την πεδιάδα!
This poem has not been translated into any other language yet.
I would like to translate this poem