Γυμνές ψυχές, ντυμένες με το ρούχο της απελπισίας.
Περιμένουν στην αποβάθρα, για το τρένο της υλιστικής ματαιοδοξίας.
Καμιά λογική επανάσταση δεν τους βάζει μέσα.
Κρατάν το εισιτήριο και περιμένουν.
Από ένα λάθος να σπρωχτούν και να εισέλθουν.
Σε ένα άλλο κόσμο κοινωνικής καταξίωσης.
Και στο τέλος να μνημονεύσουν: Πάλεψα για τα αγαθά μου.
Η γυμνή τους ψυχή είχε, όμως, ήδη τα αγαθά αξίας: τις αρετές.
Η συνήθεια τις μετάλλαξε για να προσαρμοστεί στις απαιτήσεις.
Τα αφεντικά που δέχτηκε απαιτούσαν αρετές μιας άλλης ηθικής.
Βολικής στην υλική ματαιοδοξία.
Άβολη στη γύμνια της ψυχής.
This poem has not been translated into any other language yet.
I would like to translate this poem