Ενώ στην αμμόγλωσσα της ιστορίας
προσάραξε η ελευθερία
οξυδομένος χάλυβας
διασχίζει τη θάλασσα
δορυφόροι διαδέχθηκαν
τις Σειρήνες του Σεβενίνγκεν
άνθρωποι και ποντίκια
ποντίκια και άνθρωποι
μεσάνυκτα συνομωτούν
στο κάσσαρο.
Την ίδια ώρα ακριβώς
η κλειτορίδα της άνοιξης
στάζει αίμα
ο Αίολος με κομένη ανάσα
κολυμπά στην Αιγιάλη
μια τσιγγάνα χωρίς δάκτυλα
δίκτυα πλέκει στη Σχοινούσα
η Σελήνη ετοιμόγενη
βλαστήμα στο Κύκλωπα
της Σερίφου.
Ο Αντιπρόσωπος της Ναυτιλιακής
εταιρείας
ανορθόγραφος απ' τη πτέρνα
ως τη καράφλα
λάτρης αποσκορίασις
πνευματικός ηγέτης
αρρουραίων
πρωκτογλειφάκηδων
και λοιπών αποβλήτων
ποίηση δεν διάβασε ποτέ
κι όμως - επί του πλοίου-
τον ποιητή αποκαλεί πεοκρούστη.
Ο δραπέτης του στόκολου *
- απ' τη παραφωτίδα-
ελιάς κουκούτσια εκτοξεύει
στο κατάστρωμα
ο χαφιές του deck *
για τον άθεο του motorship
λιβανίζει τ' αυτιά
του chief engineer
και όχι μόνο...
ο Μάγειρας παρασκευάζει
ανάλατα μακαρόνια
και προσεύχεται.
Ο Κύριος πλοίαρχος δε
με σώας τας φρένας
και τις μηχανές ΤΟΔΑ Α ΦΟΡΣΑ
κροταλίζει στη βαρδιόλα
αφοδεύει στη χούφτα του
και το Ρεύκιαβικ αναζητάει
στο Αιγαίο.
Γιώργος Βλάχος
27-28-7-2006
* Αποθήκη κάρβουνου
* Κατάστρωμα
(Πραγματική ιστορία)
This poem has not been translated into any other language yet.
I would like to translate this poem