Ο Α ν υ π ό μ ο ν ο ς
Άνοιξα πανιά
σε αδάμαστο αέρα η ζωή με πέταξε,
στο άγνωστο πέρα
Άν είχα λίγη υπομονή, η φουρτούνα για πάντα δεν κρατεί,
η γαλήνη περιμένει να φανεί
Η νύχτα για πάντα δεν κρατεί,
η μέρα θα την διαδεχτεί
Η ρότα στο χάρτη θα φανεί, στο αμπάρι πριν τελειώσει η τροφή.
Είμαστε νεκροί γι' αυτούς
Τα όρνια πετούν κυκλωτικά,
ήδη πάνω από τα κεφάλια μας,
μας βλέπουν για την λεία τους, μας βλέπουν για νεκρούς.
Ο πνιγμός
Σβήνει το καλοκαίρι, ο ήλιος θαμπώνει, δύω κι εγώ
Κρύο το μέσα μου, δεν άλλαξε αυτό
Κοντεύει χειμώνας, ο αέρας δροσίζει, χωρίς ελπίδες εγώ
Πως θ' αντέξω το κρύο, παράσιτο νιώθω, δεν άλλαξε αυτό
Κολυμπάω ακόμα, θερμό το νερό, κρυώνει η καρδιά μου.
Την αφήνω εδώ.
Δεν σας εκθέτω, μ'αγαπάς σ'αγαπώ
Δεν άλλαξε αυτό!
Άνθρωπος, πλάσμα ηδονής
Ποιος πέταξε αυτό το πλάσμα της ηδονής,
σε αυτόν τον κόσμο οδύνης και το ανάγκασε να ζει;
Από το ebook «Echo«
This poem has not been translated into any other language yet.
I would like to translate this poem