Έτσι βίαια όπως με πέταξαν στη γη
όταν γεννήθηκα,
στην καθοδική πορεία μου από τον ουρανό,
με χτυπούσαν τα ερωτηματικά για τη ζωή
σα μαστίγια από βοριάδες,
μου 'καιγε τα μάτια της ψυχής
η αδικία
σαν υπερόπτης ήλιος,
όταν -ώ του θαύματος! -
άνοιξε στους ώμους μου
ένα αλεξίπτωτο για να με σώσει,
δώρο Θεού στα ευαίσθητα παιδιά Του.
Λευκό, γερό, δεν το αποχωρίζομαι ποτέ.
Το 'χω δει που το φοράνε κι άλλοι τρελοί.
'Ποίηση' το λένε.
This poem has not been translated into any other language yet.
I would like to translate this poem