Μαζευόμασταν οι φίλοι
σε μικρά καφέ και μπαρ
κάθε μέρα και πιο λίγοι
πάντα γύρω στις εφτά
Κάποιου ο έρωτας είχε φύγει
κάποιος ήθελε λεφτά
κι όσοι είχαμε απομείνει
ζούσαμε με δανεικά
Η ζωή μας τυραννούσε
η δουλειά ήταν σκλαβιά
και κανείς μας δεν ρωτούσε
αν κάποιος τον αγαπά
Τέτοιοι ήτανε οι άνθρωποι
τέτοια και η εποχή
στη ψυχή ήμασταν άγγελοι
στη ζωή αμαρτωλοί
Το τσιγάρο καίει στα χείλη
για να ξεχνάει το μυαλό
κι οι καλές στιγμές στη μνήμη
θόλωναν απ'τον καπνό
Σαν ερχότανε το βράδυ
πάντα μελαγχολικό
η ελπίδα στο σκοτάδι
έφευγε με βήμα αργό
This poem has not been translated into any other language yet.
I would like to translate this poem