Ευτυχισμένος όποιος βγαίνει ταπεινός ένα ωραίο πρωί,
και προχωρά στο δρόμο, όπως και τόσες άλλες
μέρες της ζωής του, και δεν το περιμένει, και
ξάφνου, τι είναι αυτό; Κοιτά ψηλά και
βλέπει, στήνει αυτί στον κόσμο κι αφουγκράζεται,
και περπατά, κι ανάμεσα στα βήματα του νιώθει να φουσκώνει
η αγάπη της γης, και συνεχίζει, και ανοίγει
το αληθινό του εργαστήρι, και λάμπει στα χέρια του
καθάρια η τέχνη του, και μας την παραδίνει
από καρδιάς γιατί αγαπά, και πάει στη δουλειά του
τρέμοντας σαν το παιδί που κοινωνάει
και πλημμυρίζει από χαρά, κι όταν
αντιλαμβάνεται στο τέλος πόσο απλά
ήταν όλα, κι έχει κερδίσει πια το μεροκάματό του
γυρίζει σπίτι του χαρούμενος κι ακούει κάποιον
να χτυπά το ρόπτρο, κι αυτό δεν είναι μάταιο.
This poem has not been translated into any other language yet.
I would like to translate this poem