Στου λιμανιού τα μαγαζιά και τα μηχανουργεία
αλαφροπάτητη κυρά περνά σαν οπτασία
τεχνίτες τήνε χαιρετούν, εργάτες την θαυμάζουν
και οι καραβομαραγκοί κρυφοαναστενάζουν.
Γιατί θεά του Όλυμπου η δέσποινα εχρίσθη,
στου λιμανιού τα γαλανά νερά ενεφανίσθη
ωσάν νεράιδα του γυαλού με έξτρα λαρτζ καμπύλες
γι' αυτήν στα μπαρ οι ναυτικοί μεθάνε με τεκίλες.
Μ' αυτήν την θεία ευμορφιά, οι νιοί μεταλλαγμένοι
ουράνια βάλς χορεύουνε, ιδεατά, στη Βιέννη
και στα σοκάκια τραγουδούν παλιά του Μαργαρίτη,
τον έρωτά τους στέλνοντας στην θεία Αμφιτρίτη.
Καμπυλωτή κι αιθέρια εξηφανίσθη η κόρη,
μα όλοι λεν πως έφυγε με γιώτα-χι βαπόρι.
This poem has not been translated into any other language yet.
I would like to translate this poem