Πουλιά ζυγώνουνε κοντά
σε μια απόκρημνη γωνιά,
να δουν θέλουν μια εκκλησιά,
που ‘χουν τα βράχια αγκαλιά.
Σιωπούν, στέκουν βουβά,
αθόρυβα περπατούνε πια.
Έχουν κλεισμένα τα φτερά,
και μια αθώα ματιά.
Ακούνε ήχους κρυφούς,
από αγγέλους λευκούς,
που τα ποτίζουν με χαρά
και φεύγουν όλα χαρωπά.
Και σαν θα φύγει η στιγμή
που τα ‘χει άγγιξε το πιο κει
δεν έχουν φόβο στην καρδιά
και κελαηδούν μαγευτικά.
This poem has not been translated into any other language yet.
I would like to translate this poem