Άπειρηπεριέργεια
σε γέλασαν όπως πάντα.
Καυτή η έρημος,
απατηλή όαση σου
πρόσφεραν οι γύπες.
Κουρασμένη περπατάς,
ρουφάς τη σκόνη, διψάς
τα όρνεα φτερουγίζουν
χαμογελαστά, πεινασμένα
πάνω από τη σάρκα σου.
Τα κόκαλα σου θα θυμίζουν
στους περαστικούς διαβάτες
την απειρία της τόλμης σου.
Φοβάσαι, χωρίς πυξίδα
ο δρόμος σου, το βράδυ κρυώνεις
δεν έχεις τι να κάψεις για φωτιά
το πρωί καίγεσαι
μες στην περιπλανώμενη απόγνωση σου.
Και οι γύπες σ οδηγούν
βαθύτερα στο πύρινο καμίνι.
και... γελούν
το τέλος σου ήρθε.
This poem has not been translated into any other language yet.
I would like to translate this poem