Του Μπάτη Τα Καμώματα Poem by Konstantinos Arvanitis

Του Μπάτη Τα Καμώματα

Ο μπάτης που σηκώθηκε απόφαση δεν παίρνει,
να καρντινιάσει σίγουρα τούτο το σύχλιο δείλι,
παρά μ' ανέγνωμα φτερά αρχίζει το στροφίλι,
σαν το δερβίση που ιερή ζάλη τον συνεπαίρνει.

Κλωθογυρίζει στο γιαλό, οκνός και χασομέρης,
απ' τις γαΐτες παίρνοντας με βια προσκυνοχάρτια,
και στων παραγαδιάρικων τα ξάρμενα κατάρτια,
βαράει τον μολαρητό, αδέξιος λαουτιέρης.

Κι όλο γκρινιάζει σαν παιδί, που βλέπει πως η γνώμη,
της μάνας του κατάκιασε, στο άνοστο πληγούρι,
και τόνε πιάνει ναλετιά, σαν να 'ναι βασταγούρι,
που κουβαλά αθέλητα, πρόσβαρο πανωγόμι.

Πώς να χρεώσεις άδικο, στ' απείθαρχο τ' αγέρι,
που στέκ' αναποφάσιστο, μες στα θαλασσονέρια;
Σαν θα φυσήξει κατά δω, το νιώθει πως ασκέρια,
των λογισμών μας, άτακτα, στημένο ‘χουν καρτέρι.

Και βούλονται ψεγάδια τους, να του τα ζαλικώσουν,
και να τα στείλουν άναυλα, στης λησμονιάς αγκάλες,
εκεί να ψυχοσβήσουνε, στου νου μας παραζάλες,
αφήνοντας το λεύτερο, καινούργια να σκαρώσουν.

Μας έχει πλέον βαρεθεί, στο μούχρωμα της μέρας,
ολοκαιρίς να θέλουμε, της σκέψης μας φορτσέρια,
απάνω να φορτώνουμε, στη ράχη του μ' ευχέρεια,
στερώντας του τα θέλγητρα, μιας εύθυμης εσπέρας.

Αυτός εδώ αν έρχεται, είναι που σε βεγγέρες,
αγρικερές και πρόσχαρες, ζητάει να ξεδώσει,
και φεύγοντας παραλοές και νότες να σηκώσει,
ενθύμια, που ‘ναι τάματα, στου πόντου θυγατέρες.

Αυτός στ' ασήμι της ιτιάς, ποθεί να κολυμπήσει,
και σ' ευκαλύπτου φυλλωσιά, ζητά να ξανασάνει.
ώσπου μπουγαρινιάς λεπτή, μοσκιά, να τη γλυκάνει,
την αλμυρή του αναπνιά, και τον αποπλανήσει.

Θέλει να δει τις πέργκολες, στ' αγιόκλημα πνιγμένες,
και ν' αγρικήσει στεναγμούς, και παθιασμένα λόγια,
να ψιθυρίζουν στη νυχτιά, ξεχνώντας τα ρολόγια,
μες στης αγάπης τους φωλιές, Ρινάλντοι κι Αλμιρένες.

Τέτοια γυρεύει κι όχ' αυτά, που είναι συναγμένα,
στη σκότεινη τη σκέψη μας, θέλοντας ν' αποδράσουν.
Κι είν' οι ελπίδες μας κοντές, πως θα τον ‘ξαγοράσουν,
τα παρακάλια τα θερμά, που ‘χουμ' ετοιμασμένα.

Εδώ θε' να ‘ρθει μοναχά, αν νιώσει πως η σκέψη,
σε στοχασμούς ανάπαλους, είναι παραδομένη,
και με του πόθου δύσματα, πως είναι μυρωμένη.
Τα μοσχοκάρφια τ' ακριβά, τότε θα ζητιανέψει.

Στο πέλαγο που τον γεννά, πεσκέσι να τα δώσει,
μ' άλλα μαζί που σόδεψε, στο διάβα του βρεσίδια.
Κι αυτό θα δώσει ορδινιά, για να λυθούν τ' αρμίδια,
ταχιά, σαν της αρμενισιάς, η πεθυμιά τον ζώσει.

Monday, January 28, 2019
Topic(s) of this poem: thoughts,wind
COMMENTS OF THE POEM
READ THIS POEM IN OTHER LANGUAGES
Konstantinos Arvanitis

Konstantinos Arvanitis

Lamia, Greece
Close
Error Success