Σ' ανάρια, λεύκας, φυλλωσιά, ασπρόμαυρη φιγούρα,
απακουμπά, ανάηχα γλιστρώντας στον αγέρα,
γλυκό πουρνό, η λιόθρεφτη, πριν αυγατίσει, μέρα,
μοναχική, παράταιρη, της φλώρας φιοριτούρα.
...
Τι είναι τούτο τ' όνομα, πέρ' απ' απλά σημάδια,
που μες σε πέντε συλλαβές, ζητάν, έστω, με τάξη,
φωνές διαλέκτου δωρικής, που έχει πια ρημάξει,
να ζωντανέψουν σε πηλό, ψηφιδωτά, πετράδια;
...
Απ' το μοναχόλυκο που στέκει ψηλά στη ράχη,
και ρέμπελος ξαγναντεύει τ' αμέριμνο κοπάδι,
εκείνον που ροβολάει, σκυμμένος, στο λιβάδι,
κάλιο να σκιάζεσαι. Tον ζορίζει, τ' άδειο στομάχι.
...
Τ' αγκύλι' από τα βάσανα, που η ζήση μας φιλεύει,
άφησαν πάνω μας πληγές που πήραν και ροδίσαν.
Θρέψαν ουλές με τον καιρό, τα χείλια τους εκλείσαν,
ίδιες κουρτίνες, βυσσινιές, θεάτρου που αργέβει.
...
Ποιος είπε πως γιατρεύονται πληγές μέσα στο χρόνο;
Αυτός δεν ξέρει τι να πει, για να συντρέξει, τώρα,
που τα λεπίδια σφάζουνε, και της ψυχής το θρόνο,
μ' αναίδεια σφετερίζεται, ρήγισσα μαυροφόρα…
...
- Πουλιά μικρά, πουλιά φτωχά, πουλιά χαριτωμένα,
πού είναι τα λαλήματα, μες στους δροσάτους κάμπους;
Πού είναι το τραγούδι σας, σε πλάγια δασωμένα,
και η αθιβολή σας πού, στον ερχομό του θάμπους;
...
Γιατί, άραγε, στο θερμό καλοκαίρι δε γεννήθηκες,
ώστε της μέρας το αποκορύφωμα να περιβληθείς;
Την ηλιαχτίδα, που ‘ναι χρώμα γεμάτη, πως αρνήθηκες,
κι από της φθίσης, τις ομιχλώδεις πτυχές ξελογιάστηκες;
...
Τρανές, στο πάρκο Μπειχάι, κλαίουσες αγναντέβουν,
μ' άγρυπνο μάτι, το Κιονγκχούα-ντάο, με τη λευκή,
στην κορυφή νταγκόμπα… Άχνη μιας ζύγρας πολιορκεί,
κοντομεσήμερου στιγμές, στη θέρμη που μελέβουν.
...
Πως μοιάζουν, λέν' πολύγνωροι, οι μνήμες, μ' αγερίνα,
του χρόνου, και πως φτάνουνε ως με ανάσα μπάτη,
να κάτσουνε απάλαφρα, στο νου μας τ' απελάτη,
τ' απόκοιτο, σαν οι καιροί, μπατάρουν στη ρουτίνα.
...
Από τα παιδικάτα μας, μουχρά απομεινάρια…
Κι αχνόγελ' απονήρευτα, ξέφαντα γελοκόπια,
στο πουθενά ταξίδεψαν, πανιά που κατατόπια,
χάσανε για πραγείς γιαλούς, σ' ανέμων τα παζάρια.
...
Αχ! Ο λοστρόμος, έφυγε, που ‘ξερε της μπρατσέρας
τη λαγουδέρα να κρατά, στα στιβαρά του χέρια….
Ποιόν θα ‘χεις τώρα δίπλα σου, όταν στα κακοκαίρια,
η θάλασσα θα σου χυμά, σαν αφρισμένο τέρας;
...
Ο μπάτης που σηκώθηκε απόφαση δεν παίρνει,
να καρντινιάσει σίγουρα τούτο το σύχλιο δείλι,
παρά μ' ανέγνωμα φτερά αρχίζει το στροφίλι,
σαν το δερβίση που ιερή ζάλη τον συνεπαίρνει.
...
Πριν λίγες μέρες καθιστός, εκεί στ' αριστερά μου,
κουβέντα μου 'κανες ψιλή, για της ζωής το ψέμα.
Και τις κοντές ανάσες σου, που ξέκλωθαν το γνέμα,
τις έχω τώρα συντροφιά, σε βράδια παγερά μου.
...
Δεν είναι τόσο το φτενό το χώμα,
που δυσκολεύει τις μοσκιές ν' ανθίσουν,
Είναι που λίγοι θέλουν ν' αβγατίσουν,
γιατί το μύρο τρέμουν και το χρώμα.
...
Το καιραμένο το χτηνό, της μοναξιάς η σμέρνα,
που σε θαλάμι της καρδιάς, άραχλο, λημεριάζει,
μου φαίνεται, με τον καιρό, πως χρώματα αλλάζει,
κάθε που πέφτει, πάνω του, το φως απ' τη λουσέρνα.
...
Θα έρχομαι στον ύπνο σου, φορές σαν το μαϊστράλι,
σέρνοντας άλμης μυρωδιά, απ΄ του γιαλού τα μέρη,
που ‘ναι του λιόγλαυκου μονιά, και του αφρού λημέρι,
και θα σου ραίνω το κορμί, με σπιάντζας το πασπάλι.
...
Ψηλά, για κοίτα, σαν χυθεί τς' αστροφεγγιάς το γάλα,
και το πυκνό το σύφωτο που μοιάζει με πλημμύρα.
Με τη ματιά σου, ρούφηξε τ' Ωρίωνα η σπείρα,
που ‘χει στους κόρφους, κοσμικά, για μας τους δυο, σινιάλα.
...
Μια Καρακάξα...
Σ' ανάρια, λεύκας, φυλλωσιά, ασπρόμαυρη φιγούρα,
απακουμπά, ανάηχα γλιστρώντας στον αγέρα,
γλυκό πουρνό, η λιόθρεφτη, πριν αυγατίσει, μέρα,
μοναχική, παράταιρη, της φλώρας φιοριτούρα.
Με κείνη τη μακρόστενη κι άγαρμπη σιλουέτα,
χτυπά κομμάτι άσκημα, στ' απρόσεχτο το μάτι,
μα, τα πρασινομόρικα τα ρέγκια, αμανάτι
του λιόφωτου, της χάρισε, της φύσης η παλέτα.
Παράξενο, που άφησε χωράφια οργωμένα,
που καρακάξες έχουνε στημένα παρλαμέντα,
κι ήλθε εδώ, που κυβερνάν, σίδερα και τσιμέντα,
κι έχουν τα δέντρα τόση γης, που νιώθουν σκλαβωμένα.
Ανερωτιέμαι τι ζητά, και μένει γραπωμένη,
απάνω, στου ασπροπέφκου τα ξέφυλλα κλωνάρια…
Τσιμπολογά, μα δεν θα βρει, άλλο από σκαθάρια,
μίζερο το χινόπωρο, κι η φάκνα στερεμένη.
Γαργαριστά δισύλλαβα, στη γειτονιά σκορπάει…
Δεν ήρθε βάζοντας στο νου, λιμάγρια να χορτάσει,
άλλο της κάποιο σειρικό, την έχει συναρπάσει,
και γλέτησή του ψάχνοντας, στο δέντρο καρτεράει.
Θα 'ρθε, κατά πως φαίνεται, για το τενεκεδάκι,
που παν' στη γης γυαλοκοπά, ανάμεσα στα φύλλα,
για δαύτο, της αποθυμιάς, την πιάνει, ανατριχίλα,
τι, της φωλιάς της θα 'τανε, γαρμπόζο στολιδάκι.
Θα 'ταν πολύ γουστόζικο, με βρεσιμιό στη μύτη,
στης δημοσιάς, να περπατά, την άκρη, και να μοιάζει,
σιγουραδόρου π' άπληστα, χέρια, στις τσέπες, βάζει,
κι άλλο κοντράτο σκέφτεται, με ύφος λωποδύτη.
Μα κείνος ο σπιτόγατος, που φέρνει της στο χρώμα,
και χουρχουλίζει ράθυμα, με το αυτί στημένο,
δίπλα στη ρίζα, έχοντας, το βλέμμα του στραμμένο,
απάνω της, τήνε κρατά, μακριά από το χώμα.
Πασχίζει, μ' άσκημες κραξιές, γρήγορες, να τον σκιάξει,
μα τ' αφιλότιμο γατί, στον ήλιο ραχατεύει,
και σ' άλληνε, πιο πρόσκαιρη στιγμή, την αγγαρεύει,
τ' ατίμητο βρεσίδι της, να έρθει και ν' αρπάξει…
Πετά, λοιπόν… Στην καρυδιά, απέναντι μια στάση,
κάνει, και μια στερνή ματιά, ρίχνει προς το λογάρι,
παρακαλά νεροποντής, ρέμα να μην το πάρει,
κι ο γάτος, όταν ξαναρθεί, ήλιο να 'χει χορτάσει...