Στων ματιών τις άκρες κρεμασμένες,
δυο σταγόνες αρμυρό νερό.
Όλες οι ελπίδες ρημαγμένες.
Θρύψαλα το δείλι, θλιβερό.
Τώρα πια, τι να μου εξηγήσεις,
άσε να με δέρνει το γιατί.
Σε παρακαλώ μην προσπαθήσεις,
θα ‘ναι σαν το χάδι βιαστή.
Σαν θα βγεις απόψε μοναχή σου,
άσε στο τασάκι τα κλειδιά.
Λύση δε μου δίν' η στεναχή σου,
θα ‘ναι ανυπόφορη βραδιά.
Σαν κι αυτήν, έχω περάσει κι άλλες,
και δεν είμαι άμαθος, λοιπόν.
Ήταν της καρδιάς μου οι δασκάλες,
βλέπεις, έχω κάποιο παρελθόν.
Κι αν με βλέπεις τώρα να λυγίζω,
είναι που το πίστεψα πολύ,
πως μαζί σου θα ‘χα να ελπίζω,
να μην πιω τουλάχιστον χολή.
Όμως, λάθεψα, και το πληρώνω.
Χρέος μου, μαθές, στόμα πικρό,
και το δάκρυ που δεν το λυτρώνω.
‘Μπρος σου θα ‘τανε βαρύ κι αισχρό.
Στης καρδιάς μου τον παλιό καθρέφτη,
όταν λείψεις, θε' να κοιταχτώ,
και θα τον φωνάξω άθλιο ψεύτη,
που με άφησ' έτσι να μπλεχτώ.
Ήξερε, αυτός, το που ξεπέφτει,
πάθος που ‘χει ξέφρενη αρχή,
και πως καταντάει άθλιο ξέφτι,
έρωτας που ζει στην ενοχή.
Κάτεχε πως θα ‘ρθει τέτοια ώρα,
που θα ράγιζα, φτηνό γυαλί.
Και πως θα με εύρισκε η μπόρα,
σαν το απροστάτευτο πουλί.
Θα σηκώσω, ίσως, το κεφάλι,
κι η αγάπη θα με ξαναβρεί,
μα δεν είμαι δα κι από ατσάλι,
και θα είναι η ψυχή σκεβρή.
Φύγε, τώρα πια, δεν έχω κάτι,
άλλο που θα ήθελα να πω.
Στη ζωή καινούργιο μονοπάτι,
γύρεψε, εγώ δε σε κρατώ.
This poem has not been translated into any other language yet.
I would like to translate this poem