Ψηλά, για κοίτα, σαν χυθεί τς' αστροφεγγιάς το γάλα,
και το πυκνό το σύφωτο που μοιάζει με πλημμύρα.
Με τη ματιά σου, ρούφηξε τ' Ωρίωνα η σπείρα,
που ‘χει στους κόρφους, κοσμικά, για μας τους δυο, σινιάλα.
Εκεί, στα βάθη τ' ουρανού, θα δεις τα δυο αστέρια,
που προσπαθούνε, τ' άμοιρα, ξανά να ενωθούνε.
Το ριζικό, τους έγραψε, γλυκά ν' αγαπηθούνε,
κι ανάρια ν' ανταμώνουνε, μόνο τα καλοκαίρια.
Το ‘να τη λύρα κυβερνά, τ' άλλο αητού κεφάλι.
Το πρώτο είναι της πλέκτριας, το δεύτερο βουκόλου,
που τους ξεχώρισε, σκληρά, η σκοτεινή του θόλου,
η ποταμιά, και το γραφτό, τους στέρησε αγκάλη.
Στο θερινό στερέωμα και στ' ουρανού τ' αφάλι,
να φέξει, πάλι, καρτερούν λαμπρή ουρά του κύκνου,
και στο κενό, που ‘ν' αφορμή, του χωριστού τους ύπνου,
οι κίσσες γέφυρα, στρωτή, να θεμελιώσουν πάλι.
Για δες λοιπόν το τρίγωνο, και πες μ' αν σου θυμίζει,
κάτι από τ' αδιέξοδα, που δέρνουν τις ζωές μας.
Εγώ το βρίσκω ταιριαστό, με μετρητές βραδιές μας,
που γροίκησε ο ουρανός, και πήρε να χρυσίζει.
This poem has not been translated into any other language yet.
I would like to translate this poem