Των χρυσαλίδων, σιωπηλά, φτερά γιομάτα χρώμα,
τις ηλιαχτίδες χαίρονται που ρίχνονται στο χώμα,
τις που ‘χουν άναυλο φορτί, φλωράτους γύρης κόκκους,
της άνοιξης ανάθρεμμα, μες της ζωής τους θώκους.
Των χρυσαλίδων σιωπηλά, φτερά βάζουνε πλώρη,
για των ανθιών τις αγκαλιές, για όπου παν κι οι σπόροι,
και τις τρυγούν, εφήμερα, με λαίμαργα γλωσσίδια,
βυζαίνοντας, ολημερίς, της φλόρας τα φτιασίδια.
Των χρυσαλίδων σιωπηλά, φτερά όλο σπιρτάδα,
σφανταχτερές δίνουν θωριές στην ανιαρή χλωράδα,
και συνταιριάζουν στίγματα που τα πουλιά τρομάζουν,
με πινελιές του Μάγιστρου, που άγγελοι θαυμάζουν.
Των χρυσαλίδων σιωπηλά, φτερά μέσα στη μέρα,
λεπίδια είν' ανέγνοιαστα που σφάζουν τον αγέρα,
κι όταν πλανάρουν φλύαρα, των λουλουδιών δραγάτες,
περιγελούν τους σερπετούς των κοφινιών εργάτες.
Των χρυσαλίδων σιωπηλά, φτερά σα ζευγαρώνουν,
μεταξοΰφαντο χαλί, στις χουναβιές απλώνουν,
και πλανεμένα δέρνονται, μ' άγρια ορμή κι αυθάδη,
κρύβοντας δέντρα κι ουρανό, με γάργαρο μαγνάδι.
Των χρυσαλίδων σιωπηλά, φτερά σαν ξεδιπλώνουν,
μοιάζουν των νιάτων όνειρα, που το μυαλό τυφλώνουν,
μα σα διπλώσουνε, θαρρείς, ότι ποτές δεν βγήκαν,
μια χαραυγή από το νου, και στη νυχτιά πνιγήκαν.
This poem has not been translated into any other language yet.
I would like to translate this poem