Τα Μήλα (Οι Ιστορίες Του Μπάρμπα Λια,1) Poem by Konstantinos Arvanitis

Τα Μήλα (Οι Ιστορίες Του Μπάρμπα Λια,1)

Το σουγιαδάκι έβγαλε, ο μπάρμπα 'Λιας, και πήρε,
να ξύνει το τσιμπούκι του, ως έπεφτε η νυχτιά,
κι αφού ξανά το γέμισε, και του έβαλε φωτιά,
μια ιστορία άρχισε, κι όλους μας συνεπήρε...

"Σε αλαφροήσκιωτους καιρούς, σε μακρινή μια χώρα,
ο ρήγας της, στ' ανάχτορου μια σάλα, με συμπόνια,
κάθε πρωί, γνωμάτιζε, για όσα, μες στα χρόνια,
τ' ανθρωπολόϊ ζήταγε, βαστώντας μικροδώρα.

Καθείς πεσκέσι του ‘φερνε, κατά τη δύναμή του,
κι ο βασιλιάς ευγενικά, σαν το ‘παιρνε στα χέρια
το ‘δινε για ν' ασφαλιστεί, στου χαζινέ φορτσέρια,
στον καζναδάρη που ‘στεκε, δεξιά απ' το θρονί του.

Μέσα στον κόσμο τον πολύ, ήταν κι ένας φακίρης,
που έφτανε καθημερνώς, ξινόμηλο βαστώντας,
κι αφού το ρήγα φίλευε, έφευγε προσκυνώντας,
χωρίς, να του ζητά, ποτές, χάρη ο κακομοίρης.

Ο βασιλιάς αδιάφορος, για το φτωχό μπαξίσι,
στον οφιτσιάλο τ' άπλωνε, που με στρυφνή τη μύτη,
κατσούτης, όπως ήτανε, από κρυφό φεγγίτη,
σε κατωκέλι το ‘ριχνε, κάποτε να σαπίσει.

Αυτά, που λέτε, γίνονταν, για χρόνια, για ζαμάνια,
μπορεί και να ‘ταν δώδεκα, μπορεί και δεκαπέντε,
όσα και να ‘ταν σκόρπισαν, στη σούφνα του πουνέντε,
απ' το ηλιοβασίλεμα, που στέλνει μας φιρμάνια.

Κάποιο πρωί που μπήκε μπρος η ίδια ιστορία,
ορμά, στη σάλα, ξαφνικά, του ρήγα η σεμπέκα,
που κόπελος κυνήγαγε, με ντούρα στραβολέκα,
τι, το ‘σκασε απ' το κλουβί, σα βρήκε ευκαιρία.

Ως είδε κόσμο και ντουνιά, κι άκουσε φασαρία,
τρέχ' η μαϊμού στο βασιλιά, λες κι είχε 'κανα ψύλλο,
την ώρα κείνη που ‘παιρνε, στα χέρια του το μήλο,
που ‘ταν, για χρόνια, του αθιά κασιέρη αγγαρεία.

Μόλις το φρούτο ξάνοιξε, το ζωντανό, τ' αρπάζει,
και το δαγκάνει λαίμαργα, για να το κατεβάσει,
μα κόντεψε τα τριφτερά, τα δόντια του να χάσει,
κάτι αδρύ βρισκόταν κει, κι άρχισε να ρεκάζει.

Ο βασιλιάς παίρνει ευθύς το δαγκωμένο μήλο,
στα δυο τ' ανοίγει κι άλαλος, μέσα θωρεί ροζέτα,
κι αμέσως ρίχνει μια ματιά, σ' αυτή τη μαριονέτα,
τον καζναδάρη, που σιμά, έτρεμε σαν τον σκύλο.

Τον ερωτά που φύλαξε, τα μήλα που 'χε πάρει,
πρωτύτερα, και ήτανε, χρόνων πολλών καζάντια,
τρέχουν μαζί και τι να δουν, διαμάντια και μπριλάντια,
σωρός, μες στη μαγάρα που, έπνιγε το κελάρι…"

Τελείωσε, ο γέροντας, μια ρουφηξιά τραβώντας,
και πήρε κύκλω να κοιτά, τα χαηλωμένα μάτια…
Σ' έναν γιαβρή που σύχναζε, στης γνώσης τα παλάτια,
σταλίκωσε το βλέμμα του και είπε του, ρωτώντας:

"Βρε αγγονέ, εσύ τι λες, για τούτ' την ιστορία,
- ήτανε, βλέπεις, σόι του, του αδελφού του φύτρα -
και βλέψη ποια, θαρρείς, αυτής πως ήτανε γεννήτρα;
Μην, τάχα, νιώθεις, πως αυτή, ήταν απλή φλυαρία; "

Ο μοσκονιός κοκκίνισε στου γέροντα τα λόγια,
-δεν το καρτέραγε, μαθές, μ' αυτόν αρχή να κάνει-,
μα μάζεψε τα θάρρη του, και πήρε να υφάνει,
απόκριση, που κράτησε, βουβά τα κομπολόγια:

"Παππού, θαρρώ η στόριση, που έκαμες μας λέει,
πως κάθε μέρα έρχεται, σε μας με ταπεινάδα,
κι άλλο δεν μας ζητά ποτές, παρά με φρονιμάδα,
τα δώρα της να πάρουμε, που κρύβουνε ελέη.

Μ' αφού μέσα τι έχουνε, κανένας δεν κατέχει,
τα ξαποστέλνουμε, συχνά, σε βρωμερή κατάντια…
Της ζήσης μας οι μετρητές, οι μέρες είν' διαμάντια
μα μας διαφεύγει η τιμή, π' αριφνισμό δεν έχει…

Κι αυτό, γιατί η κρίση μας, βασιλικιά πως είναι,
θαρρούμε, και πως σ' άσφαλτα, πορίσματα μας βγάζει...
Χώρια, που και των γύρω μας, η κούτρα κατεβάζει,
γκεβεζελίκια, κι έμπιστοι, είν' για το θεαθήναι…"

Ο γέρος ανασήκωσε τ' αριστερό το φρύδι,
και σαν ν' αναπετάρισε το άσπρο του μουστάκι,
την πίπα πήρε να σγαρλά με κειo του σουγιαδάκι,
κι άλλους στο γύρο, άφησε να κάνουνε παιχνίδι…

Sunday, November 17, 2019
Topic(s) of this poem: life
COMMENTS OF THE POEM
READ THIS POEM IN OTHER LANGUAGES
Konstantinos Arvanitis

Konstantinos Arvanitis

Lamia, Greece
Close
Error Success