Πλαγιά (Τα Σονέτα Ενός Μονιά,19) Poem by Konstantinos Arvanitis

Πλαγιά (Τα Σονέτα Ενός Μονιά,19)

Φτενή πλαγιά φιλόξενη, για τσαπουρνιές και σχίνους.
Κι εκεί λευκά, και αλλού ωχρά, ρέγκια του κερασάρη.
Αυτή η χερσάδα π' άργασμα, δεν είδ' από λισγάρι,
τάγιζε με τη γέννα της, τους λαίμαργους τους σπίνους.

Η αγκάλη της αβόλετη, για τους γαλάζιους κρίνους.
Της δόθηκε, στα λιόφυτα, να κάνει τον πρεδάρη,
και στο περγιάλι το γλαυκό, ψαράδες να κιαλάρει,
που ρίχνανε τις πετονιές, για κεφαλάδες φίνους.

Μια πόλη μες στα πόδια της, τώρα ασπρογαλιάζει,
που ‘χει σπιτάκια χαμηλά, και ρούγες με ροδάφνη
και μες τους μαχαλάδες της, ντοπιολαλιές μπολιάζει.

Στητή κι απαρασάλευτη, την εργατιά ζυγιάζει,
που ολημερίς τη ζήση της μετρώντας με τη στάφνη
σε βάρδιες μες στη φάμπρικα, τα νιάτα της ξοδιάζει.

Saturday, December 8, 2018
Topic(s) of this poem: childhood,city
POET'S NOTES ABOUT THE POEM
Η ανατολική πλαγιά πάνω από την πολιτεία των Άσπρων Σπιτιών, όπου βρίσκεται εργοστάσιο παραγωγής αλουμινίου και όπου έζησα τα μαθητικά μου χρόνια... Βαθιά χαραγμένη εκεί όπου οι μνήμες βρίσκουν απάγγειο...
COMMENTS OF THE POEM
READ THIS POEM IN OTHER LANGUAGES
Konstantinos Arvanitis

Konstantinos Arvanitis

Lamia, Greece
Close
Error Success