Φτενή πλαγιά φιλόξενη, για τσαπουρνιές και σχίνους.
Κι εκεί λευκά, και αλλού ωχρά, ρέγκια του κερασάρη.
Αυτή η χερσάδα π' άργασμα, δεν είδ' από λισγάρι,
τάγιζε με τη γέννα της, τους λαίμαργους τους σπίνους.
Η αγκάλη της αβόλετη, για τους γαλάζιους κρίνους.
Της δόθηκε, στα λιόφυτα, να κάνει τον πρεδάρη,
και στο περγιάλι το γλαυκό, ψαράδες να κιαλάρει,
που ρίχνανε τις πετονιές, για κεφαλάδες φίνους.
Μια πόλη μες στα πόδια της, τώρα ασπρογαλιάζει,
που ‘χει σπιτάκια χαμηλά, και ρούγες με ροδάφνη
και μες τους μαχαλάδες της, ντοπιολαλιές μπολιάζει.
Στητή κι απαρασάλευτη, την εργατιά ζυγιάζει,
που ολημερίς τη ζήση της μετρώντας με τη στάφνη
σε βάρδιες μες στη φάμπρικα, τα νιάτα της ξοδιάζει.
This poem has not been translated into any other language yet.
I would like to translate this poem