Στη ρούγ' αυτή τη μουχλερή, που λεύκες την ορίζουν,
φορώντας μεταξόφαντο, φουστάν' ασημωμένο
το θρόισμα των φυλλωσιών, κρατάει στοιχειωμένο,
το πέταγμα π' αρχίσαμε, σε τόπους που αγνίζουν.
Πίσω από την καταχνιά, ίσως, να διφορίζουν,
οι κάμποι χλωροπράσινοι, σε κόσμο σκαρωμένο,
απ΄ των ονείρων τη σοδειά, κι αγέρι μυρωμένο,
ν' απομυζά τις λεμονιές, που ξέγνοιαστες ανθίζουν.
Μα, πάλ' αν βρίσκονται εκεί, τέλματα που βυθίζουν,
στης λώβας την ανασαιμιά, τη ζήση που ποθούμε,
δεν είναι για συνερισιά, που οι αντάρες με φοβίζουν.
Αυτά που ψάχνω δεν μπορούν, σε μέρη, να καρπίζουν
που η ζύγρα φέρνει πάνιασμα, σε όσα ονειρευτούμε.
Βρίσκοντ' εκεί που ξαστεριές κι ηλιοβολιές χρονίζουν.
This poem has not been translated into any other language yet.
I would like to translate this poem