Απ' τη βαγιά στην πόρτα μου, είχα μια καλημέρα
κομμάτι αναπάντεχη, της μνήμης μου ρυτίδα,
τ' εκεί στα φύλλα έστησε, λημέρι μια τσικτσίδα,
π' απ' τα βουνά την έσπρωξε, η παγωμένη μέρα.
Αγρίκησα τον ήχο της, των ζούμπερων φοβέρα,
κι έμεινα και θυμήθηκα, τ' αγέρα τη μαρίδα,
που με μαγγάνια, κάποτε, καπάνια για παγίδα,
σε κουκοσάλια μάζεψα, κι ας μάλων' η μητέρα.
Ως άκουσα και δεύτερη, από τη βουκαμβίλια,
που ‘χ' απλωθεί ολάνθιστη, στης λεμονιάς τα κλώνια,
με πήρ' ένα παράπονο, και στέγνωσαν τα χείλια.
Κι έστρωσα στο μπαλκόνι μου, με περισσή δαψίλεια
σπόρια, γλιχούδια νόστιμα, τρίμματ' από μαρόνια,
και μνημονιά ‘χω έτοιμη, κοιτώντας απ' τη γρίλια.
This poem has not been translated into any other language yet.
I would like to translate this poem