Η Τσικτσίδα (Τα Σονέτα Ενός Μονιά,27) Poem by Konstantinos Arvanitis

Η Τσικτσίδα (Τα Σονέτα Ενός Μονιά,27)

Απ' τη βαγιά στην πόρτα μου, είχα μια καλημέρα
κομμάτι αναπάντεχη, της μνήμης μου ρυτίδα,
τ' εκεί στα φύλλα έστησε, λημέρι μια τσικτσίδα,
π' απ' τα βουνά την έσπρωξε, η παγωμένη μέρα.

Αγρίκησα τον ήχο της, των ζούμπερων φοβέρα,
κι έμεινα και θυμήθηκα, τ' αγέρα τη μαρίδα,
που με μαγγάνια, κάποτε, καπάνια για παγίδα,
σε κουκοσάλια μάζεψα, κι ας μάλων' η μητέρα.

Ως άκουσα και δεύτερη, από τη βουκαμβίλια,
που ‘χ' απλωθεί ολάνθιστη, στης λεμονιάς τα κλώνια,
με πήρ' ένα παράπονο, και στέγνωσαν τα χείλια.

Κι έστρωσα στο μπαλκόνι μου, με περισσή δαψίλεια
σπόρια, γλιχούδια νόστιμα, τρίμματ' από μαρόνια,
και μνημονιά ‘χω έτοιμη, κοιτώντας απ' τη γρίλια.

Η Τσικτσίδα (Τα Σονέτα Ενός Μονιά,27)
Friday, January 4, 2019
Topic(s) of this poem: birds,childhood,winter
POET'S NOTES ABOUT THE POEM
Η βαγιά έξω απ' την πόρτα μου, η λεμονιά κι η βουκαμβίλια στην απέναντι γωνιακή μεζονέτα... Οι τσικτσίδες (τσιροπούλια, μιγοχάφτες)σπρωγμένες απ΄' το χιονιά σχεδόν δίπλα στη θάλασσα...
COMMENTS OF THE POEM
READ THIS POEM IN OTHER LANGUAGES
Konstantinos Arvanitis

Konstantinos Arvanitis

Lamia, Greece
Close
Error Success