Για τ' αν μου λείπεις, τί ρωτάς, αφού καλά το ξέρεις,
το πώς το χέρι μου ζητά, τ' άσπρο σου το χεράκι,
το πώς τα μάτια τα μελιά, είναι γλυκό μεράκι,
το πώς περνάει ο καιρός, χώρια σου ρουτινιέρης;
Αντίς, λοιπόν, να με ρωτάς, για στείλε μ' αηδονάκι,
απ' του μπαξέ σου τη μοσκιά, να φέρει ένα λουλούδι,
κομμένο απ' το χέρι σου, και γάργαρο τραγούδι,
που τραγουδάς, μοναχικά, στο άδειο μπαλκονάκι.
Κι εγώ θα βρω και για τα δυο, μια θέση στην καρδιά μου...
Το 'να θα το 'χω για πουρνό, και τ' άλλο για το δείλι,
για να περνάν οι ώρες μου, ωσότου ανατείλει,
λιόβολη μέρα, χαρωπή, που θα βρεθείς σιμά μου.
Άμα βρεθείς στο πλάι μου, και πλέξουνε τα χέρια,
απ' της καρδιάς το σκίρτημα, θα νιώσεις τί περνάω,
και πως την απουσία σου, με δάκρυ την κερνάω,
όταν του πόθου με τρυπάν, τα δίκοπα μαχαίρια.
Δεν θα θελήσεις, εκειδά, να ψάξεις απαντήσεις,
αφού από τα μάτια μου, θα έχει φτερουγίσει
η λύπη, η δυσβάσταχτη, μέσα στο ραβαΐσι,
που με φιλιά σου ξέπνοα, θα δυνηθείς να στήσεις.
Μα σαν μισέψεις, μοναχός, μες στη μονοτονία,
θα ξεφυλλίζω άδικα, της ώρας μου τα κάρτα,
κι όλα θα είναι σκιαδερά, ανάθελα και σκάρτα,
αφού, ξανά, θα με ρωτάς, μ' αναίτια αγωνία.
This poem has not been translated into any other language yet.
I would like to translate this poem