Μαντάτο στέλνω με γλαρί, κορίτσι του καρνάγιου,
που έχεις πάντα ξέχειλη, την κούπα του κουράγιου.
και δένεις τις ελπίδες σου στη σάγουλα σκαντάγιου,
βολίζοντας τον έρωτα, στην άκρη του μουράγιου.
Μην μου λυγίζεις, μάτια μου, που μ' έχουνε παρμένο,
μακριά σου, μπλάβες αγκαλιές, της πολυκυματούσας.
Σαν ξέρω, πως με καρτερείς, τραγούδι αναρρούσας,
δεν θ' αγρικώ στο δρόμο μου, τον πελαγοδαρμένο.
Μες την ψυχή σου μην βαλθεί, ο φόβος του ναυάγιου,
το πάθος που μας ένωσε, πολύσκαρμου, πελάγιου,
πλεούμενου ομοιώθηκε, κι η ώρα του τρισάγιου,
θε ν' αλαργεύει πάντοτε, στο σκέπασμα του άγιου.
Που μου 'χει δώσει, τ' όνομα, και τον παρακαλάω,
να σου χαρίζει την υγειά, την προκοπή, το διώμα,
κι από τα μάτια σου τα δυο, και το γλυκό σου στόμα,
σαν φτάσω, με τα βλόγια του, το μέλι να τρυγάω.
This poem has not been translated into any other language yet.
I would like to translate this poem