Βρέθηκε ριγμένο στο χαλάκι της εισόδου.
Έκανε μάλλον ένα μακρύ ταξίδι.
Έφυγε από το πλατανόδασος… ποιο;
Τι σημασία έχει πια;
Από την υγρή γη, τη μυρωδιά των φύλλων
ο αέρας το εξανάγκασε σε φυγή.
Το εξόρισε….
Εκεί που μυρωδιά τέτοια δεν υπάρχει
παρά μόνο σκληρή τσιμεντένια γη
και γκρίζα σκόνη που κρύβει τον ήλιο,
γη που διψάει για νερό πολλές φορές
κι άλλες πνίγεται από τα πρόσκαιρα ποτάμια του.
Πόση λύπη είχε το εξόριστο φύλλο! Γέρναγε…
ΟΙ χυμοί του πια στέρεψαν,
τα πράσινα νεύρα χάθηκαν
κι έλπιζε να γίνει λίπασμα
σ' αυτό το νοτισμένο χώμα
κάτω από τη ρίζα εκείνου
του γυρτού κορμού
που τον γνώρισε και τον έλεγε «σπίτι».
Πόσο σκληρή είναι η ζωή!
Έφυγε για ξένο τόπο
και δεν ήξερε σε τι έφταιξε
και τιμωρήθηκε έτσι σκληρά.
Όπως κανείς δεν ξέρει πολλές φορές
γιατί ζει τη σκληρότητα μιας εξορίας.
Δεν το' βαλε κάτω.
Σκεφτόταν πώς πάλι θα φυσήξει ένας αέρας
αυτήν τη φορά προς τα βόρεια
και μπορεί να ξαναδεί
λίγο πριν μείνει ξέπνοο,
τον κορμό του
και να λιώσει όπως πρέπει
και του' χαν ορίσει οι μοίρες του δάσους.
Και μπροστά στους δικαστές
της πύλης του κάτω κόσμου
να μπορεί να πει
ότι έζησε και πέθανε
κάνοντας το χρέος του.
Του ήταν αβάσταχτο
να θρυμματιστεί σε μικρά
αδιάφορα κομματάκια
πάνω σ' ένα χαλάκι εισόδου.
This poem has not been translated into any other language yet.
I would like to translate this poem