Γιατί, άραγε, στο θερμό καλοκαίρι δε γεννήθηκες,
ώστε της μέρας το αποκορύφωμα να περιβληθείς;
Την ηλιαχτίδα, που ‘ναι χρώμα γεμάτη, πως αρνήθηκες,
κι από της φθίσης, τις ομιχλώδεις πτυχές ξελογιάστηκες;
Γιατί άργησες τόσο να φανερωθείς και μοιάζεις λυγμός,
άσμα πένθιμο, θρήνος για τα λουλούδια, τα ξεπεσμένα;
Nα αισθάνθηκες, εκείνο το κάλεσμα, το φευγαλέο,
και τ' αγνόησες, τη μοναδικότητα, επιζητώντας;
Το φθινόπωρο διάλεξες να ξυπνήσεις, όταν τα φύλλα
στο υγρό χώμα σωριάζονται κίτρινα με τον αγέρα.
Μοίρα σου στο φως, τ' αχαμνά ροκανίδια, μέσα στη νάρκη.
Το θυμίαμα της άνοιξης ανήκει στη μαργαρίτα…
Η ομορφιά σου μοναχική και τόσο ασυντόνιστη,
μια λάμψη δίνει σε μια εποχή, άκρως μελαγχολική.
Δεν μένει για ‘σε τίποτε άλλο, εκτός από το ρίγος,
που ο μίσχος σου δέχεται στο ξέσπασμα κάποιας θύελλας.
Έναν Οκτώβρη έχεις για να ρεμβάζεις, μες στο όνειρο,
ο χειμώνας που έρχεται, το άγχος σου επιδεινώνει.
Άμυαλο άνθος, της απρονοησίας αποκύημα,
να σε γλιτώσω, θέλω, από τη μοίρα που σε προσμένει.
Το να σε κόψω, θα ήταν κάποια λύση απαλλακτική,
έσχατη πλάνη, ενός απεγνωσμένου διαφθορέα.
Ο σουγιάς τρέμει, μπροστά σου, χρυσάνθεμο, της ευσπλαχνίας
ωχρή ανάσα, σε κόσμο γκρίζο, μουντό, δίχως έλεος.
This poem has not been translated into any other language yet.
I would like to translate this poem
I analoghia tou louloudiou me to ftinoporo einai panemorfo! Pragmati, to hrisanthema ehei to hroma opos to hriso, kai malista kai ta fila pou peftoune sto Octovri!