Κρασί (Τα Σονέτα Ενός Μονιά,22) Poem by Konstantinos Arvanitis

Κρασί (Τα Σονέτα Ενός Μονιά,22)

Το κερί φεγγοσαλεύει και μακραίνουν οι σκιές,
κι έχω βλάμη μια μποτίλια, μαζί της να λαγιάζω.
Το γλυκόπιοτο κρασί, απ' την κούπα σα γουλιάζω,
στη λησμονησιά ξορκίζω, τις ψυχής τις χαρακιές.

Μες στη ζάλη μπουνατσάρω, μ' ιστορίες ξωτικιές
που πεθύμησα να ζήσω, και τις σφιχταγκαλιάζω,
σαν τότε που ‘μουνα παιδί, και πλέον δε δειλιάζω
που αληθινά δε βγήκαν, τα νησιά κι οι φοινικιές.

Μα το βινσάντο σώθηκε, στέρφεψε το ποτήρι
και το λιανόκερο σβηστό, μ' άφησε στο σκοτάδι,
παντέρμο πάλι ναυαγό, στου πόθου τ' ακρωτήρι.

Με τα ματόκλαδα βαριά, το χέρ' ακουμπιστήρι,
αποσταμένος θα δοθώ, στ' ονείρου το υφάδι,
κι ίσως στη νάρκη αξιωθώ, των τροπικών ζαφείρι.

Wednesday, December 26, 2018
Topic(s) of this poem: dreams,life
POET'S NOTES ABOUT THE POEM
Μια δόμνα της γειτονιάς μου, μου 'δωσε δυο λέξεις: "σκοτάδι" και "κρασί"...
COMMENTS OF THE POEM
READ THIS POEM IN OTHER LANGUAGES
Konstantinos Arvanitis

Konstantinos Arvanitis

Lamia, Greece
Close
Error Success