Το κερί φεγγοσαλεύει και μακραίνουν οι σκιές,
κι έχω βλάμη μια μποτίλια, μαζί της να λαγιάζω.
Το γλυκόπιοτο κρασί, απ' την κούπα σα γουλιάζω,
στη λησμονησιά ξορκίζω, τις ψυχής τις χαρακιές.
Μες στη ζάλη μπουνατσάρω, μ' ιστορίες ξωτικιές
που πεθύμησα να ζήσω, και τις σφιχταγκαλιάζω,
σαν τότε που ‘μουνα παιδί, και πλέον δε δειλιάζω
που αληθινά δε βγήκαν, τα νησιά κι οι φοινικιές.
Μα το βινσάντο σώθηκε, στέρφεψε το ποτήρι
και το λιανόκερο σβηστό, μ' άφησε στο σκοτάδι,
παντέρμο πάλι ναυαγό, στου πόθου τ' ακρωτήρι.
Με τα ματόκλαδα βαριά, το χέρ' ακουμπιστήρι,
αποσταμένος θα δοθώ, στ' ονείρου το υφάδι,
κι ίσως στη νάρκη αξιωθώ, των τροπικών ζαφείρι.
This poem has not been translated into any other language yet.
I would like to translate this poem