Ας μιλήσουμε για το χρόνο λοιπόν.
Κι άρχισε την αφαίρεση:
-Γέρε χρόνε φύγε τώρα,
Χρόνε φύγε τώρα,
...
Ο ήλιος της εαρινής ισημερίας
ζέστανε το μάγουλο και
τα κλειστά μάτια του Έρωτα.
Τον ξύπνησε.
...
Κι ήρθε η στιγμή των σκιών.
Ό, τι συμπαγές και γεμάτο
γίνεται πια σκιά και διάφανο.
Γυρνά στη δίνη της νύχτας,
...
Καθόταν «άεργος» στην αυλή
κάτω από τη φούξια βουκαμβίλια,
όταν το πορτόφυλλα και τα πατζούρια,
άρχισαν να περνούν μπροστά του.
...
Κι ήρθε μια άνοιξη πάλι,
απ' αυτές τις γνωστές τελευταία:
Η Πόλη πέφτει δυο φορές
βυθισμένη στα χρώματά της.
...
Κοίταξε τη μικρή θάλασσα μέσα του.
Ήταν αυτός και οι άλλοι
που τον συναρμολόγησαν,
που του έσταξαν στάλα-στάλα,
...
Βρέθηκε ριγμένο στο χαλάκι της εισόδου.
Έκανε μάλλον ένα μακρύ ταξίδι.
Έφυγε από το πλατανόδασος… ποιο;
Τι σημασία έχει πια;
...
Οι δρόμοι πάσχιζαν να ρουφήξουν
το φως της δύσης.
Καμένο λάστιχο, χαρακιές από τροχούς,
τρυπημένη άσφαλτος
...
TAK-TAK
Τακ-τακ!
Χτύπαγαν τα δεκανίκια
Και τα δυο ξύλινα πόδια στην άσφαλτο
...